Παρασκευή, Ιανουάριος 13, 2012

Hide & Seek

Αν είναι να κρυφτείς, κρύψου πίσω από απλά πράγματα. Οι λέξεις δεν είναι ένα από αυτά. Ιδίως αυτές που δεν ακούγονται.


Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε
αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματά μου,
θ' αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,
θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.
Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση πολλές φορές ματαιωμένη.
Πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη
και τότε είναι μια λέξη αληθινή,
σαν επιμένει στη συνάντηση.
Γιάννης Ρίτσος, "Το νόημα της απλότητας", Παρενθέσεις.


"Κανείς δε θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις.Gabriel García Márquez

Δευτέρα, Δεκέμβριος 12, 2011

BitterSweet

Αν και γλυκιά, πολλοί την φοβούνται.



ΥΓ: Μην μπερδευτείς, η ίδια δεν είναι ποτέ θολή. Ίσως το πώς την βλέπεις εσύ.

Παρασκευή, Δεκέμβριος 02, 2011

Mi Primer(a) Amor

Εφτά χρόνια, πόσα χιλιόμετρα ούτε εγώ δεν ξέρω, διαδρομές γνωστές κι άγνωστες, μόνη ή με παρέα, αλλά πάντα με μια σταθερά, το Primera.

Το είχαμε από τότε που ήμουν δημοτικό. Ήταν το παλιό του μπαμπά και το είχα μαζί με την αδερφή μου, ασχέτως αν καθώς περνούσε ο καιρός το έπαιρνα περισσότερο εγώ (ως γνωστόν τα μικρά είναι πάντα πιο κακομαθημένα). Το είχαμε συνηθίσει. 

Μ’ αυτό το αμάξι έμαθα να οδηγάω και να παρκάρω με άνεση - δεν το λες και μικρό αμάξι για ένα κορίτσι 19 χρονών τότε. Με αυτό με έλεγαν οι φίλοι driver, πιλότο, ότι οδηγώ σαν άντρας, ακόμα και σαν ταξιτζής. Ότι οδηγώ σαν τον πατέρα μου, λογικό αφού από μικρή καθόμουν πάντα στη μέση του πίσω καθίσματος, φέρνοντας το πρόσωπό μου ανάμεσα στις θέσεις του οδηγού και του συνοδηγού και χαζεύοντας το δρόμο. Συχνά ήξερα να πω στον πατέρα μου με τί ταχύτητα πηγαίνει χωρίς να κοιτάζω το κοντέρ, ενώ κάποιες διαδρομές είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό μου από τότε και μετά από χρόνια ώντας εγώ πλέον στο τιμόνι, δε χρειαζόμουν χάρτες κι οδηγίες. Και για να επιστρέψω –με όπισθεν- σε αυτό που έλεγα, χρειάζεται και λίγο νεύρο και ταχύτητα ο δρόμος, όχι πάντα αλλά χρειάζεται. Βαρύ αμάξι, αλλά ένιωθες ότι οδηγούσες κι όχι ότι σε οδηγάει. Ό,τι αμάξι και να οδηγούσα μετά, μου φαινόταν πούπουλο κι όταν ξαναέπαιρνα το δικό μου ένιωθα πως ο συμπλέκτης τα 'χε παίξει κι ήθελε να βάλεις 100 κιλά δύναμη - αν μη τι άλλο κρατούσα σε φόρμα μηρούς και γάμπες.

Πότε ήταν γεμάτο φίλους, πότε ήμουν μόνη μου παρέα με τη μουσική μου, σιγανή ή στο τέρμα. Με το Primera γύρισα κι έμαθα το μεγαλύτερο κομμάτι της Αθήνας. Εκτός πόλης είχε κάνει πολλά ταξίδια παλιότερα. Εμένα με ακολούθησε δυο φορές όσο μπορούσε, μέχρι τη Χαλκίδα –όπου και γυρίσαμε με την οδική βοήθεια- και μέχρι Λουτράκι - Ηραίο. Είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζει προβλήματα ανά φάσεις, μέχρι και εγκέφαλο του αλλάξαμε, αλλά αυτό εκεί κουβαλούσε πάντα τα ίδια μυαλά, σαν αυτά του οδηγού του. Δεν το τράκαρα, δεν έφαγα ποτέ κλήση, δε μου ‘καναν αλκοτέστ· ήταν  φύλακας άγγελός μου στο δρόμο. Για ένα χρόνο που ήμουν στη Σκωτία το αποχωρίστηκα, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια το ‘παιρνα σχεδόν κάθε μέρα στο μεγάλο, αγαπημένο δρόμο, την εθνική – πήγαινε στα τυφλά και κατάπινε βενζίνη.

Μέσα σε αυτό το αυτοκίνητο, γελάσαμε, συζητήσαμε για ώρες, είπαμε πράγματα χαζά, αλλά και πράγματα σοβαρά, μαλώσαμε, κλάψαμε, φωνάξαμε, έκλεισαν οι πόρτες με δύναμη, άνοιξαν όμως και με χαμόγελα, φιληθήκαμε αμέτρητες φορές, όσα και τα χιλιόμετρα, ζήσαμε στιγμές τρέλας, αγάπης, έρωτα.. 

Όπως όλες οι μακροχρόνιες, ήταν μια σχέση αγάπης. Ο έρωτας ερχόταν μέσα από στιγμές, μέσα από αυτά που αντίκρυζα στο δρόμο.


ps: Ο δρόμος κι οι σκέψεις μου *, *, *, *

Λευκό

Λευκό. Γιατί αυτό μου βγάζεις. Γιατί τελικά αυτό το χρώμα υπερίσχυε. Το δικό σου λευκό ήταν πιο κόκκινο. Μαζί έκαναν ροζ - κόκκινο. Τελικά έμεινε το λευκό, γιατί αυτό δεν ξεβάφει, απλά παλιώνει, κάτι σαν το χρώμα των κρίνων.

Σάββατο, Νοέμβριος 26, 2011

Ημερολόγιο Ευ-οίνου

Τρεις μέρες. Τέσσερις φίλες. Ένα ταξίδι.


Παρασκευή, με το που τέλειωνε η κάθεμία από τη δουλειά της, έμπαινε στο αμάξι - έτοιμες για αναχώρηση. Ήταν 11 η ώρα όταν περνούσαμε από μία υποφωτισμένη, πορτοκαλί, έρημη πολιτεία, το φράγμα του Ευήνου. Σ' ένα μικρό, γραφικό χωριό κάπου στην Ορεινή Ναυπακτία, μας περίμεναν ο κυρ Γ. κι η κυρά Ρ.



Φάγαμε μακαρονόπιτα της θείας κι αποσυρθήκαμε στο δίπλα σπίτι. Αναμμένη φωτιά. Ανοίξαμε μπουκάλι κόκκινο κρασί, ανοίξαμε και το ραδιόκασετόφωνο που 'παιζε λαϊκά. Κούνησα το ένα κούτσουρο, γύρισε ανάποδα και η φωτιά έφτιαξε ένα ξεκάθαρο περίγραμμα. Δύο κούπες.










Το ξύπνημα στο χωριό είναι τόσο γλυκό κι αβίαστο. Στην Αθήνα, το Σάββατο θα σηκωνόμουν τουλάχιστον τρεις ώρες μετά. Kαφεδάκια στο θερμό, ψωμί, βούτυρο, μαρμελάδα, κέικ στη τσάντα και στη Μεγάλη Βρύση να πάρουμε το πρωινό μας.








Από τα περισσότερα σημεία βλέπεις πιάτο τη λίμνη - πορσελάνινο, γαλαζιοπράσινο για την ακρίβεια. Αυτή τη θέα έχεις κι από την αυλή του δημοτικού σχολείου.

 


Βγαίνεις από την τάξη λίγο μετά αφού έχεις μάθει και το γράμμα Κ, τρέχεις προς την κούνια, χωρίς να την σκέφτεσαι με γράμματα. Έχεις μπροστά σου καλύτερα πράγματα να απολαύσεις.



Περπατήσαμε μέχρι την άκρη του χωριού, καθίσαμε σε ένα παγκάκι και ρεμβάζαμε κάτω από τον ήλιο. Θα μπορούσαμε να καθόμαστε για ώρες..





Στο σπίτι, το φαγητό ετοιμαζόταν, όλα στον ξυλόφουρνο. Ο κυρ Γ. θα πήγαινε να φέρει το κρασί. Έρχομαι κι εγώ μαζί σας, του λέω. Κατεβήκαμε στην αποθήκη και με άφησε να γεμίσω μόνη μου τις κανάτες. Το λευκό το κρασί ήταν ζόρικο, έπεφτε αργά αργά, δεν άνοιγε την πάνω τάπα για να μην παίρνει αέρα και χάσει από τη γεύση του. Αλλά το ευχαριστιόμουν - άλλωστε το κρασί, όπως κι η αγάπη, θέλει υπομονή. Έβγαζα παράλληλα φωτογραφίες με το άλλο χέρι κι ο κυρ Γ. γελούσε. Γύρισα στην κουζίνα με ένα χαμόγελο, μια κανάτα με λευκό κρασί και μία με κόκκινο.


 
Έλα σηκωθείτε, μην κοιμάστε.. καφεδάκι πάλι στο θερμό και φύγαμε. Ηρεμία στους δρόμους, μόνο εμείς γυροβολάγαμε. Σε ένα δρομάκι, μας φωνάζει μια γιαγιάκα με παράπονο "Ποιές είστε εσείς καλέ και δε χαιρετάτε;". Από αυτές τις γιαγιάδες που κοντεύουν τα 100 και τα έχουν 400. Δώσαμε ρεπόρτο, μας χάρισε τις ευχές της -να 'μαστε καλά, καλή τύχη και καλή Σαρακοστή- και συνεχίσαμε. Φτάσαμε στον Άγιο Δημήτριο.






Το πέτρινο τραπέζι με τα δύο παγκάκια μας περίμενε. Κάπου εκεί άκουγες επαναλαμβανόμενα "Αυτά είναι..". Το καλύτερο μέρος για να απολαύσεις το καφεδάκι σου - και μετά ψάχνε εσύ κυρία μου στην Αθήνα για ωραία μέρη να πιεις τον καφέ σου. Κάτσαμε μέχρι να πέσει ο ήλιος.




Το βράδυ, το ερώτημα τί θα πιούμε ήταν ρητορικό, απλά για να με κινητοποιήσει ο κυρ Γ. να πάω να φέρω κρασί, "Θα πάει ο καινούριος", λέει, "Κάτσε, πώς θα πας;" και μου δίνει ένα μικρό φακό. Κατεβαίνω στο κελάρι κατά τα γνωστά. Αυτή τη φορά το κόκκινο κρασί σε μεγαλύτερη κανάτα. Μας μιλούσε ο κυρ Γ. και μας ρωτούσε πράγματα, αλλά τα μάτια του μιλούσαν ακόμα περισσότερο - καλοσύνη. Την υπόλοιπη κανάτα την πήραμε δίπλα, στρώσαμε χαρτάκι (υπερίσχυσε έναντι των επιτραπέζιων) και ξεχαστήκαμε.. 


Το μεσημεράκι είχαμε ετοιμαστεί για το δρόμο του γυρισμού. Πριν φύγουμε μας ρωτάνε -κοιτώντας με- αν θέλουμε να μας βάλουν από το κρασί. Πήραμε όλες από ένα μπουκάλι, τους ευχαριστήσαμε και μπήκαμε στο αμάξι..




Έβαλα σκοπό να πάω σε αυτά τα μέρη που από καιρό θέλω να γυρίσω κι όλο λέμε "θα πάμε κάποια στιγμή". Όποτε μπορώ να φεύγω. Βενζίνη και καλή παρέα. Κι αυτό είναι υπόσχεση.


Δευτέρα, Οκτώβριος 31, 2011

Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμαι στιχάκι

Τί είναι άλλωστε οι στίχοι χωρίς τη μουσική, ένα ποίημα δεν είναι;

Οι στίχοι, ακόμα κι όταν ένα τραγούδι δεν είναι βίωμα του στιχουργού, εκφράζουν πτυχές της προσωπικότητάς του, μπορείς να αντιληφθείς το συναισθηματικό του κόσμο, τα πράγματα στα οποία δίνει ιδιαίτερη σημασία στη ζωή του, τη νοοτροπία του, ακόμα και το πού έχει ζήσει -δίπλα σε θάλασσα, ποτάμια, βουνά- χωρίς να 'χεις διαβάσει τη βιογραφία του.

Θα διαλέξω τρεις αγαπημένους μου τραγουδοποιούς και θα πω με λέξεις παρμένες από τους στίχους τους, τί είναι ο καθένας για 'μένα. Είναι λέξεις που επαναλαμβάνονται συχνά στα τραγούδια τους. Κοινές λέξεις θα μου πεις· ναι, αλλά όχι ακριβώς. Ακόμα κι έτσι, η μία κοντά στην άλλη βγάζουν κάτι από την αύρα των τραγουδιών.

Παύλος Παυλίδης
Βροχή, σύννεφα, ήλιος, βράχια, λιμάνι, θάλασσα, καλοκαίρι, αλμύρα, ταξίδι, πλοίο, νησιά, φιλιά, κύματα, καράβι, φωτιά, δρόμοι, τρένο, ξέρεις, μέρα, σπίτι, πόλη, πουλιά, σφαίρα, καρδιά, σιωπή, σύννεφα, καταιγίδα, ουρανός, λευκό, σελήνη, παραμύθι, φωτογραφία, παιδί, ονειρεύομαι, φοβάμαι, φως, ξεχνάω, θυμάμαι, ευτυχία, δρόμος, πουθενά, εσύ.
Αέρινη αύρα, καλοκαιρινά ταξίδια, νοσταλγία κι επιστροφή, αγάπη αληθινή, όνειρα κι ανοιχτοί δρόμοι.

Σωκράτης Μάλαμας
Κρασί, ταξίδι, φεγγάρι, σκοτάδι, καιρός, χρώματα, αρώματα, λουλούδια, γυναίκα, νύχτα, φιλιά, λάθος, φωτιά, μάγισσα, καρδιά, μυαλό, έρωτας, μεθυσμένος, φεγγάρι, νεράιδα, βράδια, αέρας, φύλλα, παράθυρο, άνοιξη, ησυχία, κόσμος, πέτρα, δρόμος, πόλη, ταξίδι, φίλοι, πίνω, ψυχή, μοίρα, φεύγω, αγκαλιά, αγάπες, αλήθεια, λόγια, ψέματα, όνειρο, νους, αδειανός, χρόνια, μέρες, ρουφηξιά, ζωή.
Συναισθήματα βγαλμένα μέσα από την ψυχή, αυθορμητισμός που πηγάζει από μεθυσμένη διάθεση, αναστεναγμός και ρουφηξιά, μαγεία κι έρωτας.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Αγρύπνια, ψυχές, βυθός, νους, νοσταλγία, άστρα, ύπνος, δειλινό, μέρα, μάτια, βουνά, χιόνι, ποταμός, γιορτή, ποτήρι, κρασί, κόκκινο, πότες, τρία, πίστη, χείλη, πληγή, καρδιά, γυναίκα, νύχτα, αέρας, φωτιά, αποκοιμάμαι, Κυριακή, αγάπη, ανάσα, ομίχλη, σκέψεις, στραβά, τσιγάρο, φυλακή, ξεχνιέμαι, ξενιτιά, κοιλάδα, τραγουδάω.
Σκέψεις που πλέκουν ολόκληρες ιστορίες, νόημα μεστό σαν παλιό κρασί, μυσταγωγική γιορτή, εσωτερική ηρεμία και πίστη.

Με ακόμα πιο λίγα λόγια, για ‘μένα, ο Παύλος είναι καλοκαίρι, ο Σωκράτης άνοιξη κι ο Θανάσης φθινόπωρο. Κι η άνοιξη με το φθινόπωρο, ως μεταβατικές εποχές, έχουν αρκετά κοινά.


υγ: είναι γνωστό ότι αγαπώ την άνοιξη εγώ, είναι όμως και κάποιοι που θέλουν το χειμώνα. Για χειμώνα θα έβαζα τα Διάφανα Κρίνα, αλλά ας μη βαρύνουμε το κλίμα, ακόμα έχει ήλιο.. 

"Κι έρχουντ' απ' τον παλιό καιρό..


Πόσο μου άρεσε όταν πιάναμε κουβέντα. Μας έλεγες όταν στο ζητούσαμε ιστορίες από τον πόλεμο, για εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Μας έλεγες για τον παππού, για το πώς σε διεκδίκησε, για τα γράμματα ενώ ήταν στο στρατό. Και κάποιες φορές βλέπαμε και τις φωτογραφίες, με τις αφιερώσεις του παππού πίσω από την καθεμία, αυτές με το δικό του λυρικό τρόπο.

Να μου μιλεί σιργουλευτά
για κείνα και για τ' άλλα
για μαγικά, για έρωτες,
για φονικά μεγάλα.


Έπειτα ιστορίες για μας, για εμένα μικρή. Πάντα έλεγες στο τέλος την αταξία μου (ούτε τριών δε θα 'μουν), ήθελα να πάμε στις κούνιες, αλλά μου 'λεγες πως δε θα πηγαίναμε. Κάποια στιγμή βγαίνεις στο μπαλκόνι κι εγώ σε κλείνω έξω, κατεβάζω και την ασφάλεια, "Σοφούλα, άνοιξέ μου" μου 'λεγες "θα πάμε στις κούνιες", "Όχι, καλά να μάσεις". Ανένδοτη εγώ (από μικρό πεισματάρικο), δεν είχες άλλη επιλογή απ' το να πηδήξεις στο δίπλα μπαλκόνι (είναι χαμηλά τα κάγκελα). Έρχεσαι με τη γειτόνισσα στην πόρτα και μου λέει κι αυτή ότι θα πάμε στις κούνιες. Κάπου εκεί έκανα πίσω κι άνοιξα την εξώπορτα -δε νομίζω ότι πήγαμε τελικά. Μου την πετούσες συχνά την ιστορία με την έκφραση "Καλά να μάσεις!" με ένα γλυκό χαμόγελο πειραχτηρίου. Σα να μου 'λεγες καλά κάνεις, πίστευες πάντα σε μένα, δε με φοβόσουν. Άλλες φορές πάλι δε λέγαμε τίποτα, απλά ηρεμούσα εκεί δίπλα σου στον καναπέ απέναντι απ' την τηλεόραση, μου 'πιανες το χέρι και το χάιδευες. Αν οι τριανταφυλλιές ή οι γαρδένιες ήταν ανθισμένες, μας έκοβες κι από ένα λουλουδάκι πριν φύγουμε. Μοσχοβολούσε από την αγάπη σου. 

Έσβησ' ο χρόνος ο κακός
μαζί με τη χαρά μου
τσι ιστορίες τση γιαγιάς
από τα όνειρά μου.


Όταν λείπαμε σε ταξίδια -και συνέχεια όλο και κάποιος από εμάς τα εγγόνια σου θα 'λειπε- το είχες άγχος με τις διαδρομές, αν φτάσαμε κι αν γυρίσαμε. Έπαιρνες τηλέφωνο να μάθεις μόνο αυτό, σου αρκούσε. Σου αρκούσε να μας ακούς. Μπορεί να μην ερχόμουν όσο συχνά ήθελα να σε δω. Κι όταν ερχόμουν, αφού καθόμουν και τα λέγαμε, μου 'λεγες πήγαινε στην παρέα σου σε είδα εγώ, δεν έχει σημασία πόσο θα κάτσεις, αρκεί που ήρθες και σε είδα. Ευσυγκίνητη, αγχωνόσουν και στεναχωριόσουν με το παραμικρό, αλλά δε "χάριζες κάστανα" όπου έπρεπε. Στα γλέντια μας έλεγες να σηκωθούμε να χορέψουμε να μας δεις, μου ΄λεγες εμένα, το μικρότερο των εγγονιών, να χορέψω ζεϊμπέκικο και καμάρωνες. Χαμογελούσες και δάκρυζες μαζί, μετά σε παίρναμε αγκαλιά... Σίγουρα θα σκεφτόσουν να 'ταν κι ο παππούς εκεί, τι χαρά που θα 'κανε.. και μετά θα ευχόσουν να μπορείς να χορεύεις μαζί μας στους γάμους μας..

Θυμούμαι ως τώρα τη γιαγιά
έτοιας λογής ν' αρχίζει
και σε καιρούς αλλοτινούς
ο νους τση ν' αρμενίζει.


Τελευταία φορά είχες έρθει στο σπίτι κι αφού φάγαμε ήρθες στο δωμάτιο να με δεις. Στον υπολογιστή εγώ, μου είπες να μην κάθομαι τόσο πολύ εκεί. Κάτσαμε και συζητούσαμε. Έβαλα στο youtube να παίζει ο Παπάζογλος, έτσι τον έλεγες και σου χαμογελούσα εγώ, εκείνη τη στιγμή άλλαξε για λίγο η γνώμη σου για το ίντερνετ. Δε σου είχαμε πει ότι είχε φύγει, είχες ήδη ανεβασμένη πίεση εκείνη τη μέρα, δυο μέρες μετά μπήκες στο νοσοκομείο. Στο είπα τότε ενώ ακούγαμε τα τραγούδια του και συνεχίσαμε να συζητάμε. Σου εκμυστηρεύτηκα κάτι και φεύγοντας μου 'πες χαμογελώντας Καλή τύχη κλείνοντάς μου το μάτι, να μην καταλάβουν οι άλλοι. Kι έφυγες.

Τις προάλλες, πήγα πρώτη φορά ξανά στο σπίτι σου. Περίμενα να μου ανοίξεις. Μοιράσαμε κάποια πράγματα, πήρα μια ζακέτα σου για την Κική που 'ξερα ότι θα της αρέσει και για μένα μια μακριά, γκρι του παππού, στα μέτρα μου. Μας έδωσε σήμερα η θεία και τα ενθύμια που σου παίρναμε από τα ταξίδια μας, αυτά που τα 'χες όλα στιβαγμένα πάνω στο καλοριφέρ. Το σπίτι δεν είναι όπως πριν. Ούτε ο Δεκαπενταύγουστος και το Πάσχα θα είναι πια.

Είχες μια καρδιά που χωρούσε πολύ αγάπη μέσα. Δυστυχώς δεν άντεξε. Η αγάπη σου όμως είναι αισθητή εδώ και θα συνεχίσει να παραμένει, όπως κι εσύ συνεχίζεις να υπάρχεις μέσα στις δικές μας καρδιές, η ..ηλιόλουστη Κυριακή μας που ευωδιάζει βασιλικό.

Μην κλαις μικρή μου και πληγές
ανοίγεις μου στα στήθη
εμείς οι δυο θα κάνουμε
τον κόσμο παραμύθι.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 06, 2011

unplanned

Διαφορετικό καλοκαίρι. Της τελευταίας στιγμής (είναι τα καλύτερα, λένε). Διακοπές που τις κλείσαμε 5-6 μέρες πριν.

πού: Άνδρο, Σέριφο, Σέρρες [non-stop με ενδιάμεσες ανταποκρίσεις-(ξε)πακεταρίσματα στην Αθήνα]
πώς: αυτοκίνητο-πλοίο-λεωφορείο-ταξί [shuffle & repeat: on]
πότε: 12 μέρες του Αυγούστου

με λίγα λόγια - αντί φωτογραφιών: μια αρχοντική Χώρα//σκαλιά δεξιά κι αριστερά προς τη θάλασσα//ένας ναύτης κοιτάζει τον ορίζοντα//κάνω να τον φτάσω, είναι θεόρατος αν και αφανής//το γεφυράκι που θα σκαρφαλώσω την επόμενη φορά για να περάσω στο κάστρο//γρανίτα φράουλα και κορίτσια στον ήλιο//τυρκουάζ λιβελούλες για ενθύμιο//συναντήσεις γνωστών στο Μπατσί//κρύο νερό να το πιεις απ' τη βρύση//μια ιδέα ιππασίας//Άγια μου Θαλασσινή///δωμάτιο με θέα//ηρεμία στη Λιά//Kaiser στην Ψιλή Άμμο//ερωτευμένη πάλι με τη Χώρα//λευκό και γαλάζιο, παντού//και η σομόν-με-γαλάζιο-τρούλο εκκλησία στην Κάτω Χώρα//γαλάζιο Atos και ασημένιο Getz//κλασική φωτογραφία με τα δρομολόγια των λεωφορείων για τη μέρα που ξεμείναμε//ένα ρετρό λεωφορείο και γερόντοι να συζητάνε για τα χρόνια που έζησαν έξω//σεριφιώτικο, δυνατό κρασί//aerino και caipiracci//χωρίς τακούνια, ούτε ρολόι//ένα "πλωτό κι ερωτικό" καφενείο μέχρι πρωίας//ανεκπλήρωτη υπόσχεση//ρακέτες και μαύρισμα, επιτέλους//ηλιοβασίλεμα στη Βαγιά//μια όμορφη διαδρομή με άδειο δρόμο//μόνο ερείπια από τα μεταλλωρυχεία και η κατάλληλη μουσική για ένα σούρουπο σε σέπια//φωτογραφική πάνω στο καπό και αντίστροφη μέτρηση//αντίστροφη μέτρηση για την απαθανάτιση του κάθε "τώρα" που μετά το κλικ γίνεται ανάμνηση//τυχαίοι αριθμοί σε αντιστοιχία σελίδων στον κατάλογο του Στράτου//ζακέτες, φουλάρια και φούτερ στην ανεμοδαρμένη πλατεία//βλέμματα δίχως λόγια//οι φυσιογνωμίες, πλέον, γνωστές και τα μέρη, στέκια//μια περίεργη βραδιά//μαργαρίτες - υπάρχουν για να τις πίνεις, όχι να τις μαδάς//ελάχιστος ύπνος//ο άλλος μισός στην παραλία//ελληνικός καφές, υποβρύχιο, μωσαϊκό και έκθεση με φωτογραφίες ντόπιων στους τοίχους//θα ερχόμουν και το χειμώνα εδώ για ένα ζεστό καφέ//μεσημεριάτικη βόλτα στα σοκάκια της Χώρας, μέχρι την κορυφή//σαν σε ονειρούπολη, δεν υπήρχε κανείς άλλος (που να γυρνοβολάει ντάλα μεσημέρι)//ένα μπουκάλι λικέρ και δυο ταψιά αμύγδαλα αφημένα στον ήλιο//το λερωμένο, λαδωμένο, σκισμένο εξώφυλλο του βιβλίου//κι ας διάβασα μόνο κάπου 38 σελίδες///βραδυνό δρομολόγιο στην εθνική κι η πανσέληνος απ' τη μεριά που κάθομαι//ουράνιο τόξο στο Παγγαίο..

για έναν πιο γλυκό Σεπτέμβρη..

Τρίτη, Ιούλιος 26, 2011

Στην Κ.

Περίμενες να δεις το σπίτι πρώτα και να φύγεις μετά. Ίσως και να το 'ξερες.
Κι έδειχνες ήρεμη, φαινόταν στο πρόσωπό σου, σα να χαμογελούσες.

"Λένε πως αν κανείς πεθαίνει, κρυφά χαμογελά
κάτι θα βλέπει, κάτι συμβαίνει και κάποιους χαιρετά.."

Μένω ήσυχη στη σκέψη ότι ανταμώσατε πάλι με τον παππού μετά από 20 χρόνια, στο ίδιο χώμα, στον ίδιο ουρανό..

Καλό Παράδεισο, γιαγιά @-->---



Ένα αλλιώτικο Κ82